Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Παρέμβαση για την Συνταγματική Αναθεώρηση της Πρωτοβουλίας για ριζική συνταγματική αλλαγή

Η κίνηση πολιτών «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή»  είχε εκφράσει ήδη από το 2012 το αίτημα για μία μεγάλη μεταρρύθμιση του Συντάγματος, η οποία θα αναμόρφωνε πλήρως το απαρχαιωμένο πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης, εμφυτεύοντας νέους θεσμούς προς την κατεύθυνση της άμεσης συμμετοχής των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας, της πλήρους διάκρισης των εξουσιών, της πολιτικής ισότητας, της λογοδοσίας και του δημοσίου ελέγχου όσων διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα.
Σπεύσαμε μάλιστα να τονίσουμε ότι η χρεοκοπία της χώρας, η απώλεια μέρους της εθνικής της κυριαρχίας και η οικονομική καταστροφή μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, όχι απλώς δικαιολογούσαν, αλλά επέβαλαν, την ανάγκη, αντί απλής αναθεώρησης, να θεσπιστεί εξ υπαρχής νέο Σύνταγμα με την συμμετοχή ολόκληρης της κοινωνίας , ως μία νέα παλιγγενεσία , μέσω δημόσιας διαβούλευσης και δημοψηφίσματος, ώστε για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία το Σύνταγμα της χώρας να μην επιβληθεί «εκ των άνω» αλλά οι πολίτες να αποφασίσουν , όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες, οι ίδιοι για το Σύνταγμά τους.
Το πολιτικό σύστημα δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον να αξιοποιήσει την μεγάλη ευκαιρία αναγέννησης της χώρας, αλλά προτίμησε την στενή διαδικασία αναθεώρησης του άρ. 110 του Συντάγματος , η οποία αφήνει τους πολίτες στο περιθώριο, καταλείπει το σύνολο της αρμοδιότητας αλλαγής του Συντάγματος αποκλειστικά στην Βουλή και απαγορεύει κάθε συζήτηση για μετάβαση από το προβληματικό υφιστάμενο πολίτευμα της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, σε πολίτευμα πλήρους διάκρισης των εξουσιών, όπως η Προεδρική Δημοκρατία το οποίο, και πιο δημοκρατικό είναι, αφού προβλέπει ξεχωριστές εκλογές, τόσο για την ανάδειξη της βουλής, όσο και για την ανάδειξη κυβέρνησης και εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα, αφού η κυβέρνηση έχει σταθερή θητεία και δεν εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της Βουλής.
Ήδη η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ με την οποία εκκίνησε η διαδικασία αναθεώρησης , παρά τις εξαγγελίες, όχι μόνο δεν επαρκεί για την εξυγίανση του πολιτικού συστήματος όπως επαγγέλλεται, αλλά σε πολλά σημεία της είναι προσχηματική. Οι θέσεις της που αφορούν την «αρχιτεκτονική του πολιτεύματος» δεν δύνανται να αγγίξουν τις εγγενείς αδυναμίες του πολιτεύματος της Προδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, ενώ οι θέσεις της για το «Κράτος Δικαίου», αντί να καταργούν τις ασυλίες των βουλευτών και τις διατάξεις περί ευθύνης Υπουργών, απλώς τις περιορίζουν, ενώ επίσης δεν θίγουν, ούτε  τα προνόμια των βουλευτών , ούτε την επιλογή της ηγεσίας των δικαστηρίων από την κυβέρνηση, ούτε την έλλειψη λογοδοσίας και ελέγχου στα οικονομικά των κομμάτων και όσων ασκούν δημόσια εξουσία, ούτε εισάγουν νέους θεσμούς όπως το Συνταγματικό Δικαστήριο, ή η κλήρωση για την ηγεσία της Δικαιοσύνης, ή την συγκρότηση των  Ανεξάρτητων Αρχών.  Μεγάλο παράδειγμα υποκρισίας αποτελεί  όμως και η πρόταση εισαγωγής του θεσμού των δημοψηφισμάτων με λαϊκή πρωτοβουλία , καθώς για την διενέργειά τους σε μία χώρα 11 εκατομμυρίων προτείνεται η συλλογή του υπέρογκου αριθμού του 1.000.000 υπογραφών για κατάργηση ψηφισμένου νόμου που αφορά σοβαρό κοινωνικό ζήτημα και των 500.000 για κρίσιμο εθνικό θέμα και μάλιστα υπό την αίρεση ότι, σε περίπτωση αμφισβήτησης για την νομιμότητα, αποφαίνεται η Βουλή, ενώ αντίστοιχα στην Ιταλία, η οποία έχει πολλαπλάσιο της Ελλάδος πληθυσμό 62 εκατομμυρίων, απαιτούνται 500.000 υπογραφές για την διενέργεια δημοψηφίσματος, προβλέπεται δημοψήφισμα και για την αλλαγή του Συντάγματος και η νομιμότητα κρίνεται, όχι από την Βουλή, αλλά από ανεξάρτητο Συνταγματικό Δικαστήριο.
Η διαδικασία του άρ. 110, βάσει της οποίας η παρούσα βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία 180 βουλευτών μόνο ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν και στην συνέχεια παρέχεται η εξουσία στην επόμενη βουλή, χωρίς να ρωτήσει και χωρίς να δώσει λόγο σε κανέναν, να αποφασίσει το ακριβές περιεχόμενο της αναθεώρησης με απλή κυβερνητική πλειοψηφία 151 βουλευτών , είναι φανερό ότι δεν παρέχει καμία απολύτως εγγύηση ότι οι αλλαγές που θα συντελεστούν να είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας. Καμία εγγύηση εξάλλου δεν  προσφέρει και η αντίστροφη προβλεπόμενη διαδικασία του άρ.110, βάσει της οποίας η παρούσα βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία 151 βουλευτών ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν και στην συνέχεια παρέχεται η εξουσία στην επόμενη βουλή να αποφασίσει το ακριβές περιεχόμενο της αναθεώρησης με πλειοψηφία 180 βουλευτών, διότι , όπως απέδειξε η εμπειρία της αναθεώρησης 2008, τα πολιτικά κόμματα φροντίζουν να μην συναινούν και οδηγούν την διαδικασία σε γελοιοποίηση.
Είναι προφανές ότι μόνο η δεσμευτική συμμετοχή των πολιτών αποτελεί εγγύηση ότι οι αλλαγές στο Σύνταγμα θα αφορούν το συμφέρον όλων και όχι των ολίγων. Ακολούθως ,εάν  τα πολιτικά κόμματα δεν είναι αντάξια της ιστορικής στιγμής και δεν είναι εις θέση να προωθήσουν μεταρρυθμίσεις ριζικής αλλαγής του πολιτικού συστήματος, έχουν μία λύση: Να αναθεωρήσουν μόνο το άρ. 110 ώστε να προβλεφθεί διαδικασία αναθεώρησης, είτε με λαϊκή πρωτοβουλία 200.000 υπογραφών, είτε με πρωτοβουλία της βουλής και υποχρεωτική επικύρωση με  δημοψήφισμα και, κατόπιν, να  ξεκινήσει αμέσως και χωρίς καμία απαγόρευση η πραγματική διαδικασία συνταγματικής αλλαγής.
Αθήνα, 11-11-2018
Η Ομάδα Συντονισμού

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΥΝΤΕΡΗΣ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΡΤ


  Αυτή τη Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018, 10-12 το βράδυ, (A' Πρόγραμμα ΕΡΑ, 91,6/105,8) η εκπομπή "Athens Calling" (Η Αθήνα καλεί) του Περικλή Βασιλόπουλου έχει ως θέμα: Πολίτες, Ομάδες Πολιτών και Συνταγματική Αναθεώρηση.
   Στον ραδιοθάλαμο της Αγίας Παρασκευής παρευρίσκονται οι: Εβίκα Καραμαγκιώλη, από το Παρατηρητήριο Πολιτών για την Αλλαγή του Συντάγματος, Στέφανος Λουκόπουλος, από την οργάνωση Vouliwatch και o Θανάσης Τοτόμης, μέλος του ΣΚΕ (Συμβούλιο Κοινωνικού Ελέγχου) της ΕΡΤ, εισηγητής της πρότασης του ΣΚΕ να ενταχθεί η ΕΡΤ στην Συνταγματική Αναθεώρηση (εκλογή της Διοίκησης της ΕΡΤ από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής).
     Μιλούν επίσης, ο Πέτρος Βουρλής, από την ομάδα «Δημοκρατία και Δημοψήφισμα» και ο Χρήστος Λυντέρης, Δρ. Νομικής, από την Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή. Από την Θεσσαλονίκη η Λίνα Παπαδοπούλου, αν. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στην Νομική Σχολή ΑΠΘ και συγγραφέας του βιβλίου: «Θεσμοί "άμεσης δημοκρατίας" στο Σύνταγμα. Συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις ουσίας» (εκδόσεις Ευρασία).

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΣΙΠΡΑ ΔΕΝ ΕΠΑΡΚΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

  Ο Πρωθυπουργός Αλέξης  Τσίπρας κατέθεσε 5 δέσμες προτάσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος, οι οποίες περιλαμβάνουν συνολικά 15 σημεία : 
    Η πρώτη δέσμη προτάσεων, η οποία αποκαλείται "δέσμη προτάσεων για την αρχιτεκτονική του πολιτεύματος", επιχειρεί να βελτιώσει τα μειονεκτήματα του πολιτεύματος της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και περιλαμβάνει (1) την συνταγματική καθιέρωση της απλής αναλογικής, (2) την πρόβλεψη να ορίζεται πρωθυπουργός μόνο εν ενεργεία βουλευτής, (3) την λεγόμενη"εποικοδομητική ψήφο δυσπιστίας", ήτοι την υποχρέωση η  πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης να  συνοδεύεται υποχρεωτικά από την πρόταση για νέο Πρωθυπουργό, (4) την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό εάν δεν καταστεί δυνατή η εκλογή του από την Βουλή σε δύο ψηφοφορίες και (5) τον περιορισμό εκλογής στο αξίωμα του βουλευτή για περισσότερες από δύο συνεχόμενες θητείες. Αλλά, το πολίτευμα της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, σύμφωνα με το οποίο δεν διεξάγονται χωριστές εκλογές για  εκτελεστική και νομοθετική εξουσία και η κυβέρνηση προκύπτει μέσω της βουλής και χρειάζεται την εμπιστοσύνη της, είναι στην δομή του προβληματικό διότι, όταν επιχειρείς να μειώσεις την κυβερνητική αστάθεια, πάσχει από δημοκρατική νομιμοποίηση και, όταν ενισχύεις την δημοκρατική νομιμοποίηση, μπορεί να ενισχυθεί και η διαπλοκή , ή να χαθεί η κυβερνητική σταθερότητα. Έτσι, η καθιέρωση της απλής αναλογικής, η οποία θα έπρεπε να αποτελεί το μοναδικό και αυτονόητο εκλογικό σύστημα, για το πολίτευμα της προεδρευομένης αποτελεί συγχρόνως πρόβλημα, διότι ενέχει κυβερνητική αστάθεια. Από την άλλη, ενώ η αρχή της διάκρισης των εξουσιών θα επέβαλε τα μέλη της κυβέρνησης να μην επιτρέπεται να έχουν την ιδιότητα του βουλευτή (όπως λ.χ στις ΗΠΑ), στο πολίτευμα της προεδρευομένης η απαίτηση να ορίζεται πρωθυπουργός μόνο εν ενεργεία βουλευτής εμποδίζει μεν τον διορισμό πρωθυπουργών που δεν διαθέτουν λαϊκό έρεισμα, αλλά όπως αποδείχθηκε καταλήγει σε υποταγή της βουλής στον εκάστοτε πρωθυπουργό και στην κυβέρνηση. Εξάλλου, και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τους πολίτες όταν η βουλή αποτύχει να τον εκλέξει είναι θετική, αλλά όχι τόσο σημαντική, διότι στο πολίτευμα της Προεδρευομένης  ο Πρόεδρος έχει μηδαμινές αρμοδιότητες ενώ, επιπλέον, οι πολίτες, ούτε θα είναι ελεύθεροι να θέσουν υποψηφιότητα , ούτε να ψηφίσουν, αλλά θα αναγκάζονται να επιλέξουν μεταξύ εκείνων που πρότειναν τα κόμματα εντός της διαδικασίας της Βουλής. Είναι φανερό ότι με αυτό το πολίτευμα τα πράγματα δεν είναι δυνατόν να βελτιωθούν θεαματικά, ούτε με την ορθή πρόταση για σχετικό περιορισμό των βουλευτικών θητειών σε δύο συνεχόμενες, ούτε βεβαίως με την εποικοδομητική ψήφο δυσπιστίας.   
     Η δεύτερη δέσμη προτάσεων υπό τον τίτλο "μέτρα για την ενίσχυση των θεσμών άμεσης δημοκρατίας",  εάν θεσπιστεί, θα εισάγει για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία, αφενός την υποχρέωση κύρωσης με δημοψήφισμα κάθε διεθνούς συνθήκης που μεταβιβάζει κυριαρχικές αρμοδιότητες του κράτους και, αφετέρου, την δυνατότητα διενέργειας δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία , δηλαδή με συλλογή υπογραφών. Αλλά, ενώ η 1η πρόταση είναι απολύτως ορθή και επιβεβλημένη, η 2η, στις λεπτομέρειες της διατύπωσής της καθίσταται σχεδόν προσχηματική και, εάν εφαρμοστεί, θα καταλήξει μάλλον σε φαλκίδευση του δικαιώματος και αδυναμία εφαρμογής της. Και τούτο διότι απαιτείται ο υπέρογκος αριθμός του 1.000.000 υπογραφών για δημοψήφισμα προς κατάργηση ψηφισμένου νόμου και των 500.000 υπογραφών για διενέργεια δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα. Με δεδομένο ότι 500.000 υπογραφές για διενέργεια δημοψηφίσματος απαιτεί το ιταλικό Σύνταγμα των εξήντα και πλέον εκατομμυρίων πολιτών και 50.000 υπογραφές το Σύνταγμα της Ελβετίας των έξι εκατομμυρίων πολιτών, στην Ελλάδα των έντεκα εκατομμυρίων πολιτών, εάν ο κ. Τσίπρας επεδίωκε πράγματι την εφαρμογή αυτού του θεμελιώδους πολιτικού δικαιώματος, θα έπρεπε η πρότασή του να προβλέπει την υποχρέωση διενέργειας δημοψηφίσματος με συλλογή όχι περισσότερων από 100.000 υπογραφών. Εξάλλου, από την πρόταση του κ. Τσίπρα απουσιάζει η δυνατότητα διενέργειας δημοψηφίσματος με συλλογή υπογραφών για την αλλαγή του Συντάγματος ή η υποχρεωτική , όπως και  για τις διεθνείς συνθήκες κύρωση της αναθεώρησης του Συντάγματος με δημοψήφισμα. Τέτοιοι θεσμοί προβλέπονται στα Συντάγματα της Ελβετίας , της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Δανίας, της Αυστρίας ή της Πολωνίας. Το γεγονός δε ότι απουσιάζει παντελώς από την πρόταση Τσίπρα αποδεικνύει πόσο υποκριτικό ήταν και το ενδιαφέρον να ερωτηθούν οι πολίτες για τις αλλαγές στο ισχύον Σύνταγμα και πόσο κροκοδείλια ήταν τα δάκρυα και ψευδής η δικαιολογία ότι "θα θέλαμε να συμμετάσχουν οι πολίτες με δημοψήφισμα στην αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά δυστυχώς αυτό δεν προβλέπεται από το άρ.110". Εάν πράγματι πιστεύουν ότι οι πολίτες πρέπει να έχουν λόγο για το Σύνταγμά τους, οφείλουν να προτείνουν την δυνατότητα διενέργειας δημοψηφίσματος για την αλλαγή του Συντάγματος, είτε με πρόταση 200.000 υπογραφών , είτε υποχρεωτικά, προκειμένου να κυρωθεί σχετική αναθεώρηση από την Βουλή.    
     Η τρίτη δέσμη προτάσεων υπό τον τίτλο " μέτρα για την ενίσχυση του κράτους δικαίου"  περιλαμβάνει (1) την κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας , (2) την ριζική αναδιάρθρωση της διάταξης περί ευθύνης υπουργών , (3) την θεσμοθέτηση ριζικού γνωμοδοτικού οργάνου από δικαστές για τον συνταγματικό έλεγχο και (4) την δυνατότητα συγκρότησης ανεξάρτητων αρχών με πλειοψηφία μικρότερη των 4/5 που απαιτείται σήμερα και  έχει οδηγήσει σχεδόν σε αδυναμία συγκρότησης. Οι ανωτέρω προτάσεις , με εξαίρεση την ορθή και επιβεβλημένη κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας, παρουσιάζονται  ελλιπέστατες : Αντί της ριζικής αναδιάρθρωσης, απαιτείται η πλήρης κατάργηση των διαβόητων διατάξεων περί ευθύνης Υπουργών και αντί γνωμοδοτικού οργάνου για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων απαιτείται η ίδρυση ανεξάρτητου Συνταγματικού Δικαστηρίου αποτελουμένου και από νομικούς - μη τακτικούς δικαστές. Επιπλέον, δεν γίνεται καμία αναφορά στα προνόμια των βουλευτών, στην κατάργηση της απαράδεκτης διάταξης σύμφωνα με την οποία  η κυβέρνηση διορίζει την ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων, στην ανάγκη ελέγχου από την δικαιοσύνη των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων και στην καθιέρωση λογοδοσίας και ελέγχου χωρίς κανένα απόρρητο όλων όσοι διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα και ασκούν δημόσια εξουσία, ούτε στις σχέσεις διαπλοκής εξουσίας και ΜΜΕ. Εξάλλου ,όσον αφορά τις ανεξάρτητες αρχές για την συγκρότησή τους καλύτερη πρόταση θα αποτελούσε η κλήρωση και όχι η εκλογή με μικρή πλειοψηφία που ευνοεί την διαπλοκή. 
    Η τέταρτη δέσμη  προτάσεων η οποία επιδιώκει όπως αναφέρει την "ρητή κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους  με διατήρηση ωστόσο για ιστορικούς και πρακτικούς λόγους της αναγνώρισης της Ορθοδοξίας ως κρατούσας θρησκείας" δεν μπορεί να κριθεί προς το παρόν διότι παρουσιάζεται μάλλον ασαφής στην διατύπωσή της . 
  Τέλος, η πέμπτη δέσμη προτάσεων που αποσκοπεί όπως αναφέρει στην διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων προβλέπει ορθώς την ρητή απαγόρευση άρσης του δημοσίου ελέγχου των αγαθών του νερού και της ηλεκτρικής ενέργειας και επιπλέον, στο εργατικό δίκαιο, προτείνει την κατοχύρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της υποχρεωτικότητας της Διαιτησίας. 
    Το καλοκαίρι 2016 έξω από τα προπύλαια της Βουλής ο κ. Τσίπρας είχε υποσχεθεί στους πολίτες ότι θα διοργανώσει διαδικασία δημοσίου διαλόγου για την αλλαγή του Συντάγματος , θα ξεκινήσει μία διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης με την συμμετοχή των πολιτών και τελικώς θα κατατεθεί μία πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, η οποία θα δικαιώσει το κοινωνικό αίτημα για ριζική αναμόρφωση και εξυγίανση  του πολιτικού συστήματος. Τίποτε από τις διαδικασίες διαλόγου και συμμετοχής των πολιτών δεν έγινε όπως υποσχέθηκε. Αλλά και η παρούσα πρότασή του χρειάζεται πολλές προσθήκες ώστε να θεωρηθεί επαρκής για την εξυγίανση του πολιτικού συστήματος των ολίγων , της διαπλοκής και της διαφθοράς.