Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΕΜΠΑΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

    Το άρθρο 110 του Συντάγματος καταλείπει την πρωτοβουλία αναθεώρησής του αποκλειστικά στην Βουλή.
    Από το έτος 2013, όταν κατέστη νομικά δυνατή νέα αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος (η παρ. 6 άρ.110 Σ ορίζει ότι δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του Συντάγματος πριν περάσει πενταετία από την περάτωση της προηγούμενης) τα πολιτικά κόμματα εμπαίζουν τους πολίτες ότι δήθεν προτεραιότητά τους αποτελεί η αναθεώρηση των άθλιων συνταγματικών διατάξεων περί ευθύνης υπουργών , ασυλίας και προνομίων βουλευτών, επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εκάστοτε κυβέρνηση,  και πλήρους ασυδοσίας όσον αφορά τα οικονομικά των κομμάτων και όσους ασκούν δημόσια εξουσία και διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα. 
  Αλλά βεβαίως δεν έχουν κανένα λόγο να αναθεωρήσουν τις πιο συμφέρουσες για το πολιτικό σύστημα διατάξεις του Συντάγματος. Έτσι, όλες οι δήθεν προτάσεις τους παρεμένουν στις στήλες των εφημερίδων και των ιστοσελίδων και ουδέποτε καταλήγουν στην Βουλή, ώστε να συγκεντρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός των 50 βουλευτών που απαιτείται για να κατατεθεί πρόταση περί αναθεώρησης του Συντάγματος. 
   Το άρ. 110 προβλέπει ότι "η ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος διαπιστώνεται με απόφαση της Βουλής που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση πενήντα τουλάχιστον βουλευτών, με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ του έναν τουλάχιστον μήνα. Με την απόφαση αυτή καθορίζονται ειδικά οι διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν."  
    " Αφού η αναθεώρηση αποφασιστεί από τη Βουλή , η επόμενη Βουλή , κατά την πρώτη σύνοδό της , αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις" (άρ. 110 παρ.2 και 3). Με απλά λόγια, αρχικώς η βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία 180 βουλευτών ποιες διατάξεις θα αναθεωρηθούν, στην συνέχεια, γίνονται εκλογές και μετά τις εκλογές η βουλή που θα προκύψει αναθεωρεί το Σύνταγμα με πλειοψηφία 151 βουλευτών, ήτοι σύμφωνα με τις επιθυμίες της εκάστοτε κυβέρνησης! 
     Μπορεί όμως να στηθεί και αλλιώς η οπερέτα: Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρ. 110 τα πράγματα μπορεί να εξελιχθούν και αντίστροφα, έτσι ώστε, εάν η πρόταση αναθεώρησης έλαβε πλειοψηφία 151 και όχι 180 βουλευτών στην πρώτη βουλή, τότε η επόμενη Βουλή μπορεί να αναθεωρήσει το Σύνταγμα με πλειοψηφία 180 βουλευτών. Τέτοιου είδους αναθεώρηση υπήρξε η αναθεώρηση του 2008,  κατά την οποία τα κόμματα δεν συναίνεσαν σε καμία σοβαρή τροποποίηση και ευτέλισαν την διαδικασία αναθεωρώντας μόλις τέσσερα εντελώς επουσιώδη άρθρα του Συντάγματος. 
      Το άρ. 1 παρ. 3 του Συντάγματος διακηρύσσει μεγαλόσχημα ότι "όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό" . Αλλά μία πρόταση τελειώνει στην τελεία και η συγκεκριμένη διάταξη μέχρι την τελεία προσθέτει ότι οι εξουσίες ασκούνται "όπως ορίζει το Σύνταγμα."
   Πέρα από ανούσιες και πομπώδεις διατάξεις και πέραν των στοιχειωδών δικαιωμάτων του εκλέγειν και εκλέγεσθει στις βουλευτικές εκλογές, το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει κανένα πολιτικό δικαίωμα στους πολίτες και αφήνει τον λαό μακριά από την διαχείριση και τον έλεγχο της εξουσίας.
     Όσο οι Έλληνες πολίτες θα είναι πολίτες  δεύτερης κατηγορίας και  δεν θα έχουν λόγο (οπως οι πολίτες άλλων χωρών) ούτε για την θέσπιση του Συντάγματός τους, τόσο τα πολιτικά κόμματα και το πολιτικό σύστημα θα τους εμπαίζουν με θράσος και χωρίς ενδοιασμούς.  

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

  "Ανατολικό ζήτημα" , αποκάλεσε η διπλωματία της Δύσης το δυσεπίλυτο και μακροχρόνιο πρόβλημα της  τύχης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των εδαφών της στην Μέση Ανατολή και στην χερσόνησο της Βαλκανικής.
  Ο όρος καθιερώθηκε το 1822 στο συνέδριο της Βερόνας κατά τις συζητήσεις που αφορούσαν την ελληνική επανάσταση. Ωστόσο, οι περισσότεροι μελετητές συγκλίνουν ότι η ολοκληρωμένη θεώρηση του ανατολικού ζητήματος δεν μπορεί να αφορά αποκλειστικά την περίοδο που ξεκινάει στις  αρχές του 18ου αι., οπότε συνειδητοποιήθηκε η ανάγκη διανομής της εδαφικής κληρονομίας που άφηνε πίσω της η καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Απεναντίας, οφείλει να ανατρέξει στον 13ο αι. και να διέλθει τις προηγούμενες φάσεις, ήτοι, αφενός της απόπειρας ανάσχεσης της ορμής των Οθωμανών (1289-1683), οι οποίοι κατόρθωσαν, ξεκινώντας από την Ασία, να κατακτήσουν την Μικρά Ασία, την χερσόνησο της Βαλκανικής, και την Εγγύς και Μέση Ανατολή και, αφετέρου, την φάση, όπου τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων επέβαλαν την διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την επιχείρηση της οικονομικής και πολιτιστικής διείσδυσης μέσα σε αυτήν (1684-1800).
   Το Ανατολικό Ζήτημα δεν εμφανίζεται απλώς ως ένα ζήτημα εδαφικής κυριαρχίας ή επιρροής. Επιπλέον αυτών του αποδόθηκε βαθύ πολιτικό και πολιτιστικό υπόβαθρο το οποίο, με αφετηρία την γενική αντίληψη ότι οι Οθωμανοί "σφετερίστηκαν πανάρχαια ιστορικά δικαιώματα κυριαρχίας άλλων λαών τους οποίους δεν κατάφεραν να ενσωματώσουν εξαιτίας του αγεφύρωτου θρησκευτικού και πολιτιστικού χάσματος που τους χώριζε", συνίσταται τελικώς στην πεποίθηση ότι οι Οθωμανοί, ως ξένοι και δίχως διάθεση προσαρμογής  στα πρότυπα κοινωνικής ζωής των γειτονικών λαών "δεν συνδέονταν αρμονικά με την πολιτική οργάνωση του ευρωπαϊκού κόσμου" και συνεπώς έπρεπε να εκδιωχθούν (Ι.Κ. Χασιώτης, Εγκ. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τ. 7ος, σελ.174).  
    Μέχρι τις αρχές του 18ου αι. οι Μεγάλες Δυνάμεις προτιμούσαν την τεχνητή διατήρηση στην ζωή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με σκοπό να την εκμεταλλεύονται. Αλλά όταν οι υπόδουλοι λαοί της, με πρώτους τους Έλληνες, άρχισαν να επαναστατούν, τότε άνοιξε ο ασκός του Αιόλου.
   Η ελληνική επανάσταση του 1821, η Αιγυπτιακή κρίση  (1831-1833, 1839-1841), ο Κριμαϊκός πόλεμος (1853-1856),  η Ανατολική Κρίση με την εξέγερση των  Βοσνίων, των Βουλγάρων και των  Σέρβων και τον ρωσοτουρκικό πόλεμο (1875-1878), το Μακεδονικό Ζήτημα (1878-1908) , ο ιταλοτουρκικός πόλεμος (1911-1912) και ο βαλκανικός πόλεμος του 1912 οδήγησαν στον ακρωτηριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ η διάλυσή της ολοκληρώθηκε με τον ά παγκόσμιο πόλεμο.       
     Μετά την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι Τούρκοι διασώθηκαν χάρη στις ικανότητες του Κεμάλ, ο οποίος, με την υλική υποστήριξη  των Σοβιετικών και των Γάλλων που έλαβαν υποσχέσεις και ανταλλάγματα, πέτυχε την στρατιωτική αναδιοργάνωση του στρατού του και την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου, το οποίο είχε φθάσει μέχρι τον Σαγγάριο ποταμό. 
    Ο Κεμάλ υποσχέθηκε στην Δύση νομιμοφροσύνη και εξευρωπαϊσμό και  πέτυχε την ίδρυση της Τουρκίας μέσα από τις  στάχτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Ακολούθως, η Δύση θεώρησε ότι με την ίδρυση της Τουρκίας επήλθε το τέλος του Ανατολικού Ζητήματος.  
    Αλλά ο λύκος, ως γνωστόν, όσο και εάν μεταμορφωθεί, δεν αλλάζει ούτε μυαλά , ούτε συνήθειες. Η Τουρκία ουδέποτε επέδειξε ειλικρινή διάθεση εξευρωπαϊσμού και ουδόλως ενστερνίστηκε τις θεμελιώδεις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η δε νομιμοφροσύνη της έναντι της Δύσης αποδείχθηκε ευκαιριακή. 
  Η σημερινή Τουρκία του Ερντογάν, όχι μόνο επιστρέφει στις πολιτιστικές συνήθειες των Οθωμανών, αλλά έφθασε στο σημείο να μην συντάσσεται ούτε στρατιωτικά με την Δύση.
   Από την Τουρκία του Ερντογάν απουσιάζει τόσο η νομιμοφροσύνη , όσο και ο εξευρωπαϊσμός, δηλαδή η επαγγελία του Κεμάλ χάρη στην οποία πέτυχε την ίδρυση του κράτους της Τουρκίας.
    Αλλά, εάν η Δύση θεώρησε ότι με την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ίδρυση της εξευρωπαϊσμένης και νομιμόφρονος Τουρκίας επήλθε το τέλος του Ανατολικού Ζητήματος, το γεγονός ότι οι ανωτέρω συνθήκες της νομιμοφροσύνης και του εξευρωπαϊσμού δεν υφίστανται, είναι προφανές ότι φέρνει την Δύση και τον πολιτισμό της  μπροστά σε ένα νέο Ανατολικό Ζήτημα.