Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΕΡΙ ΕΥΘΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ

   Η συνταγματική διάταξη, δυνάμει της οποίας η βουλή είναι αρμόδια να ασκεί ποινική κατηγορία κατά μελών της κυβέρνησης, καθιερώθηκε αρχικώς δια του άρ. 80 του Συντάγματος του 1864  ως δικαίωμα των αντιπροσώπων του λαού να ελέγχουν τους υπουργούς της κυβέρνησης που διορίζονταν από τον βασιλέα και να περιορίζουν την αυθαιρεσία του. 
  Αλλά εάν σε πολίτευμα της λεγόμενης "βασιλευομένης δημοκρατίας" το δικαίωμα της βουλής να διώκει τους υπουργούς της κυβέρνησης αποτέλεσε δημοκρατική πρόοδο, μετά την κατάλυση της μοναρχίας και την καθιέρωση πολιτεύματος αβασίλευτης δημοκρατίας η διατήρηση αυτής της αρμοδιότητας δεν είχε κανένα λόγο ύπαρξης.
  Τα Συντάγματα 1925 και 1927, τα οποία για πρώτη φορά καθιέρωσαν πολίτευμα αβασίλευτης δημοκρατίας ,  όχι μόνο δεν κατήργησαν το δικαίωμα της βουλής "να κατηγορή" τους υπουργούς, αλλά, απεναντίας, της παραχώρησαν και την αποκλειστική αρμοδιότητα να πράττει προς αυτήν την κατεύθυνση, αποκλείοντας την δικαστική εξουσία. Ακόμη χειρότερο όμως αποδείχθηκε το Σύνταγμα του 1975, το οποίο θεσπίστηκε  από το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης.
  Το άρ. 86 του Συντάγματος 1975 δεν αρκέσθηκε σε επανάληψη των διατάξεων των προηγουμένων Συνταγμάτων που προέβλεπαν αποκλεισμό της δικαστικής εξουσίας και αποκλειστική αρμοδιότητα της βουλής ως προς το δικαίωμα απαγγελίας κατηγορίας κατά μέλους κυβέρνησης , αλλά προχώρησε ακόμη περισσότερο: Αφενός απαγόρευσε να διεξαχθεί ακόμη και "δίωξη , ανάκριση ή προανάκριση" για τα συγκεκριμένα αδικήματα  και, αφετέρου,  επέκτεινε  την εφαρμογή της, όχι μόνο σε όσους είναι εν ενεργεία μέλη κυβερνήσεων (ακόμη και υφυπουργοί) αλλά και σε όσους διετέλεσαν και στο παρελθόν μέλη κυβέρνησης.
   Με την αναθεώρηση του 2001 η βουλή, με ευρύτατη πλειοψηφία από όλα τα πολιτικά κόμματα, τροποποίησε εκ νέου το άρ. 86 έτσι ώστε , κατά πρώτον, ακόμη και για την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης (η οποία διεξάγεται προκειμένου να εξεταστεί εάν υπάρχουν οι προϋποθέσεις άσκησης ποινικής δίωξης) να απαιτείται απόφαση της βουλής και μάλιστα με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών και,  κατά δεύτερον (και κυριότερο), να υφίσταται συντομότατη αποσβεστική προθεσμία προκειμένου η βουλή να ασκήσει δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη κυβέρνησης ή υφυπουργοί, μετά το πέρας της οποίας να μην είναι δυνατόν να ασκηθεί η δίωξη (άρ. 86 παρ.3).Με αυτόν τον τρόπο , ενώ κάθε απλός πολίτης που τελεί κάποιο σοβαρό ποινικό αδίκημα είναι δυνατόν να παραπεμφθεί σε δίκη ακόμη και είκοσι έτη μετά την τέλεσή του, για όσους διετέλεσαν μέλη κυβερνήσεων, για το ίδιο αδίκημα το δικαίωμα παραπομπής δεν μπορεί να ασκηθεί "μετά το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος."        
    Με αυτές τις άθλιες διατάξεις τις οποίες ψήφισαν οι αντιπρόσωποι του λαού ερήμην των πολιτών, το πολιτικό σύστημα διασφάλισε την ατιμωρησία των εκπροσώπων του καθώς οι ίδιοι αποφασίζουν ακόμη και εάν θα ξεκινήσει και η παραμικρή έρευνα σε βάρος τους, ενώ έχουν θεσπίσει και συντομότατη προθεσμία μετά το πέρας της οποίας η δίωξή τους απαγορεύεται. Το καθεστώς ατιμωρησίας  επέτρεψε την άνευ προηγουμένου λεηλασία του δημοσίου χρήματος από εκείνους που είχαν ταχθεί για το προστατεύουν και τα το διαφυλάττουν . Ο δημόσιος πλούτος σπαταλήθηκε  και καταληστεύτηκε, το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε, η χώρα χρεοκόπησε, σειρά σκανδάλων ήλθαν κατά καιρούς στο φως της δημοσιότητας  και ουδείς κατέστη δυνατόν να λογοδοτήσει.
    Ειδικά στον χώρο του φαρμάκου, όπου η δημόσια δαπάνη , από περίπου 1 δις ευρώ το έτος 2001 εκτινάχθηκε στα 5,2 δις ευρώ το 2009, το σκάνδαλο της φαρμακευτικής εταιρείας Novartis, το οποίο αποκαλύφθηκε, όχι από την ελληνική δικαιοσύνη αλλά  από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες,  περιλάμβανε πληροφορίες και για μέλη κυβερνήσεων και ως εκ τούτου ανάγκασε τον αρμόδιο εισαγγελέα να αποστείλει την δικογραφία στην βουλή.
   Η κυβέρνηση και η βουλή  γνωρίζουν πολύ καλά ότι με βάση την διάταξη του άρ. 86Σ δεν είναι δυνατή πλέον δίωξη προσώπου που διετέλεσε μέλους κυβέρνησης , μέχρι και την προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ,για αδίκημα που τέλεσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του , αφού έχει παρέλθει η αποσβεστική προθεσμία του άρ. 86 παρ.3 Σ. Δεν διστάζουν όμως να εμπαίζουν τον ελληνικό λαό.  
   Πολλοί υποστηρίζουν ότι το σκάνδαλο Novartis, είναι το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ιστορία της μεταπολίτευσης. Δεν είναι έτσι. Το μεγαλύτερο σκάνδαλο είναι η θέσπιση των διατάξεων περί ευθύνης υπουργών.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο θεσμός της λεγόμενης προστασίας μαρτύρων εισήχθη στην Ελλάδα δια του άρ. 9 του νόμου 2928/2001 ως μέσο προστασίας των ουσιωδών μαρτύρων και των οικείων τους από πιθανή αντεκδίκηση ή εκφοβισμό, όταν πρόκειται με την κατάθεσή τους να συμβάλουν στην εξάρθρωση του οργανωμένου εγκλήματος , όπως αυτό περιγράφεται στο άρ. 187 παρ. 1 ΠΚ με τον τίτλο "εγκληματική οργάνωση" (άρ. 9 παρ. 1 ν.2928/2001).
Ως μέτρα προστασίας μαρτύρων νοούνται τα εξής:
1. Η φύλαξη με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας.
2. Η κατάθεση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτικής ή μόνο ηχητικής μετάδοσής της.
3. Η μη αναγραφή του ονόματος, του τόπου γέννησης, κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας του μάρτυρα.
4. Η μεταβολή των στοιχείων ταυτότητας του μάρτυρα.
5.Η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες.
6.Η μετάθεση ή μετάταξη ή απόσπαση για αόριστο χρονικό διάστημα, με δυνατότητα ανάκλησής της, των μαρτύρων που έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου.
Εκ των ανωτέρω, τα μεν υπό στ. 1-3 διατάσσονται με αιτιολογημένη διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών , τα δε υπό στ. 4-6 αποφασίζονται κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις από τους αρμόδιους Υπουργούς, ύστερα από εισήγηση του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Η υπουργική απόφαση μπορεί να προβλέπει τη μη δημοσίευσή της στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και άλλους τρόπους διασφάλισης της μυστικότητας της πράξης. Τα μέτρα προστασίας λαμβάνονται με τη σύμφωνη γνώμη του μάρτυρα, δεν περιορίζουν την ατομική ελευθερία του πέρα από το αναγκαίο για την ασφάλειά του μέτρο και διακόπτονται αν ο μάρτυρας το ζητήσει εγγράφως ή δεν συνεργάζεται για την επιτυχία τους (παρ. 2 άρ. 9 ν.2928/2001 , όπως τροποποιήθηκε δια του άρ. 8 παρ.1 ν. 3875/2010) .
Ως εγγύηση ότι δεν θα υπάρχει κατάχρηση του θεσμού σε βάρος των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και, ιδίως, ότι οι διωκτικές αρχές δεν θα προβαίνουν σε κατασκευή ενόχων κάνοντας χρήση των διατάξεων που επιτρέπουν την μη αναγραφή του ονόματος, του τόπου γέννησης, κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας του μάρτυρα, ο νόμος όπως τροποποιήθηκε δια του άρ. 8 παρ. 1 ν. 3875/2010 προβλέπει, αφενός ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του ακροατηρίου κάθε διάδικος ή και ο εισαγγελέας έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος του μάρτυρα και το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να αποφανθεί αιτιολογημένα επί του εν λόγω αιτήματος και, αφετέρου, ότι "αν δεν έχουν αποκαλυφθεί τα στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, μόνη η κατάθεσή του δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου " (παρ.4 και 5 ν.2929/2001).
Ο Ν. 3875/2010 προσέθεσε στο άρ. 9 ν. 2928/2001 και παρ. 6 , σύμφωνα με την οποία ο θεσμός της προστασίας μαρτύρων δύναται να τύχει εφαρμογής και κατά την ποινική διαδικασία για τις αξιόποινες πράξεις των άρ.323 ΠΚ (εμπόριο δούλων), 323Α ΠΚ (εμπόρία ανθρώπων), 323Β ΠΚ (σεξουαλικός τουρισμός για την τέλεση συνουσίας ή άλλων ασελγών πράξεων σε βάρος ανηλίκου) και 351 Π.Κ. (σωματεμπορία), καθώς και για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης διακίνησης μεταναστών κατά τα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005, έστω και εάν δεν διενεργούνται αυτές από εγκληματική οργάνωση του άρ. 187ΠΚ.
Αργότερα, το έτος 2014, το πολιτικό σύστημα πιεζόμενο αναγκάστηκε να θεσπίσει την παρ. 2 της υποπαραγράφου ΙΕ.17 του ν. 4254/2014 δια της οποίας προστέθηκε και παρ. 7 στο άρ. 9 ν.2928/2001  έτσι ώστε ο θεσμός της προστασίας μαρτύρων να δύναται να εφαρμοσθεί επιπλέον και σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις πολιτικών προσώπων για εγκλήματα των άρθρων 159 (δωροληψία πολιτικών αξιωματούχων), 159Α (δωροδοκία πολιτικών αξιωματούχων) και 235 έως 237Α του Ποινικού Κώδικα (δωροληψία και δωροδοκία υπαλλήλου και δικαστικών λειτουργών), ακόμα κι αν τα εγκλήματα αυτά δεν τελέσθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης.
Τώρα που, κατά την ποινική διερεύνηση του σκανδάλου Novartis εμφανίζονται μάρτυρες να αναφέρουν πολιτικά ονόματα ορισμένοι , οι οποίοι είχαν ψηφίσει (έστω και εάν δεν το ήθελαν ή δεν το είχαν αντιληφθεί ) τις παραπάνω διατάξεις, δεν αισθάνονται άνετα με τις καταθέσεις προστατευομένων μαρτύρων και κάνουν λόγο για "κουκουλοφόρους". Άλλοι κατηγόρησαν το FBI που έφερε στο φως το σκάνδαλο, ότι τους έχει στοχοποιήσει. Αλλά το FBI δεν κάνει εύκολα λάθος όταν πρόκειται να προστατεύσει τα συμφέροντα του αμερικανικού κράτους. "Κουκουλοφόροι" δεν υπάρχουν. Το ζήτημα είναι εάν μεταξύ των συμμετεχόντων στο σκάνδαλο Novartis που ζημίωσε το ελληνικό δημόσιο με τεράστια χρηματικά ποσά υπάρχουν και έδρασαν ως συμμορία και μέλη κυβερνήσεων και, εφόσον περιλαμβάνονται, εάν αυτοί έδρασαν ευκαιριακά ή στο πλαίσιο δομημένης και με διαρκή δράση εγκληματικής οργάνωσης του άρ. 187 ΠΚ
Μάλλον ζητάμε να μάθουμε πολλά από ένα πολιτικό σύστημα που φρόντισε να θεσπίσει την  συνταγματική διάταξη του άρ. 86 του Συντάγματος χάρη στην οποία τα πάντα έχουν παραγραφεί και δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα να διωχθεί κανένας από όσους διετέλεσαν μέλη όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων.