Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ

    Το λεγόμενο σκάνδαλο του Βατοπεδίου αποτελεί μία από τις πολλές περιπτώσεις διαπλοκής και διαφθοράς του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης και περιλαμβάνει δύο φάσεις: 
     Κατά την πρώτη φάση , η κυβέρνηση, δια των αρμοδίων υπουργών, αναγνώρισε παρανόμως ότι δήθεν η λίμνη Βιστωνίδα ή Μπουρού, καθώς και οι νησίδες και οι παραλίμνιες εκτάσεις της, δεν ανήκουν  στο κράτος, αλλά  στην κυριότητα της Μονής Βατοπεδίου. Κατά την δεύτερη φάση συνήψε συμβόλαια ανταλλαγής, μέσω των οποίων η Μονή Βαταπεδίου παραχώρησε τις ανωτέρω εκτάσεις στο κράτος, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα δημόσια ακίνητα πολύ μεγαλύτερης αξίας.
    Η λίμνη, ή -καλύτερα- η λιμνοθάλασσα Βιστωνίδα βρίσκεται στα σύνορα των πρώην Νομών Ροδόπης και Ξάνθης, βόρεια του όρμου της Βιστονίας (Πόρτο- Λάγο) με τον οποίο επικοινωνεί μέσω αβαθούς περάσματος. Είναι η τέταρτη μεγαλύτερη λίμνη της χώρας με συνολική έκταση 47 τ.χλμ.
    Η διεκδίκηση της κυριότητος της λίμνης Βιστωνίδας από την Μονή Βατοπεδίου δεν είναι πρόσφατη, αλλά ανάγεται περίπου ενενήντα χρόνια πριν. Ωστόσο, όλο αυτό το χρονικό διάστημα, όχι μόνο δεν της αναγνωρίσθηκε δικαστικώς το εν λόγω δικαίωμα, αλλά και διοικητικώς οι μόνες κυβερνήσεις οι οποίες προέβησαν σε τέτοια αναγνώριση ήταν η κατοχική κυβέρνηση του 1941 και οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ των περιόδων 2000-2004 και 2004-2007. 
    Η Μονή Βατοπεδίου,  η οποία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη Μονή του Αγίου Όρους, διεκδίκησε για πρώτη φορά την κυριότητα της λίμνης Βιστωνίδας το 1922, όταν άσκησε αγωγή εναντίον του ελληνικού δημοσίου επικαλούμενη χρυσόβουλα Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και σουλτανικά φιρμάνια τα οποία, κατά την άποψή της, θεμελίωναν το δικαίωμα ιδιοκτησίας της. Ωστόσο, η εν λόγω αγωγή ουδέποτε εκδικάσθηκε διότι επήλθε συμβιβασμός μεταξύ της Μονής και του ελληνικού δημοσίου, βάσει του οποίου το δημόσιο θα αναγνώριζε δικαίωμα κατοχής και εκμετάλλευσης- αλλά όχι κυριότητας- στην Μονή, με αντάλλαγμα την εκ μέρους της Μονής παραχώρηση στο ελληνικό δημόσιο της κυριότητάς της επί άλλων εκτάσεων. Ακολούθως, εκδόθηκε το Νομοθετικό Διάταγμα 8\10-4-1924, δια του οποίου εξουσιοδοτήθηκε ο Υπουργός Γεωργίας να υπογράψει "την σύμβαση οριστικής παραχωρήσεως και μεταβιβάσεως εις την κυριότητα του δημοσίου των εν Χαλκιδική κειμένων δύο αγροκτημάτων (μετοχίων) αυτής Αγίου Μάμαντος και Σοφουλάρ επί αναταλλάγματι παραιτήσεως και εκ μέρους του Δημοσίου πάσης αξιώσεως επί της εν Πόρτολάγω της Ξάνθης Λίμνης Μπουρού μετά των ιχθυοτροφείων αυτής των παρά τη νησίδα και τα στόμια της λίμνης κειμένων (Δαλιάνη , Καραγιέ κλπ) και τα ανέκαθεν γνωστά τούτων όρια, αποδιδομένων τη αποκλειστική κατοχή της ειρημένης Ιεράς Μονής και μεταβιβαζομένων εις αυτή όλων των υπό του Δημοσίου ασκουμένων δικαιωμάτων."
   Πράγματι, εις εκτέλεση του ανωτέρω Νομοθετικού Διατάγματος, επακολούθησε, έστω και με καθυστέρηση, η υπ' αρ. 2243\4-5-1930 Σύμβαση της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιατρίδου μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και της Μονής Βατοπεδίου, δυνάμει της οποίας οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι η Μονή Βατοπεδίου δεν έχει δικαιώματα κυριότητας, αλλά μόνο κατοχής και εκμετάλλευσης της λίμνης και των παρόχθιων εκτάσεων, παραχωρώντας μάλιστα ως αντάλλαγμα στο ελληνικό δημόσιο την κυριότητα των προαναφερθέντων μετοχίων και συνεπώς η Μονή εμφανίζεται να παραιτείται οριστικά από κάθε αξίωση αναγνώρισης ότι η λίμνη και οι γύρω εκτάσεις της ανήκουν. Προηγουμένως, το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ' αρ. 41\1929 απόφασή του χαρακτήρισε την λίμνη λιμνοθάλασσα. ενώ αργότερα, με νομοθετικές παρεμβάσεις του 1935 και 1940 περιορίστηκαν τα δικαιώματα εκμετάλλευσης των εν λόγω εκτάσεων σε βάρος της Μονής..
     Όπως προαναφέρθηκε, το έτος 1941 η δοσίλογη κυβέρνηση της κατοχής, δια του άρ.3 παρ.1 του υπ' αρ.271\1941 Νομοθετικού Διατάγματος και με την αιτιολογία ότι δήθεν προβαίνει σε "αυθεντική ερμηνεία" του ν.δ.8\10-4-1924 (ενώ στην πραγματικότητα προέβη σε εμηνεία "contra legem"), αναγνώρισε δικαίωμα κυριότητας της Μονής επί των εν λόγω εκτάσεων. Αλλά λίγο μετά την απελευθέρωση της χώρας το εν λόγω Νομοθετικό Διάταγμα καταργήθηκε με το άρ.9 του Αναγκαστικού Νόμου 476\1945 και σύνεπώς έπαψε να ισχύει.
    Μετά το 1945 η Μονή Βατοπεδίου, όχι μόνο δεν διεκδίκησε δικαιώματα κυριότητας  επί της λίμνης των νησίδων και των παραλίμνιων εκτάσεων, αλλά με διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις (ΝΔ 420\1970, Ν. 1740/1987, Ν.2040\1992) απώλεσε αδιαμαρτύρητα υπέρ του δημοσίου και μέρος των δικαιωμάτων της επί της εκμετάλλευσής του και ιδίως επί της μίσθωσης προς ιχθυοτροφική εκμετάλλευση. 
     Από όλα τα παραπάνω είναι φανερό ότι η Μονή Βατοπεδίου έχει αναγνωρίσει ρητώς ήδη από το 1930 ότι δεν έχει δικαίωμα κυριότητος αλλά μόνο κατοχής και εκμετάλλευσης επί της λίμνης Βιστωνίδας, των νησίδων και των παροχθιων εκτάσεων, γεγονός το οποίο ουδέποτε μέχρι τα τελευταία γεγονότα αναίρεσε με την στάση της. 
   Το έτος 2002  η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ δια του αρμοδίου Υπουργού και έχοντας ως δικαιολογία γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους οι οποίες αγνόησαν επιδεικτικά ότι η Μονή έχει δεχθεί ρητά ότι έχει μόνο δικαιώματα κατοχής και όχι κυριότητας , προέβη σε αναγνώριση της κυριότητας της Μονής επί της λίμνης. Το έτος 2003 η  Μονή, δεν αρκέσθηκε στις παραχωρήσεις αλλά άσκησε αναγνωριστική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητάς της επί 27.044,50 στρεμμάτων παραλιμνίων εκτάσεων και νησίδων της λίμνης Βιστωνίδας.  Στην συνέχεια, λίγο πριν τις εκλογές του 2004, ο αρμόδιος υπουργός Φωτιάδης ζήτησε επαναξέταση των πρηγουμένων γνωμοδοτήσεων του ΝΣΚ και την ολοκλήρωση του έργου ανέλαβε η νέα κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία , όχι μόνο αναγνώρισε εκ νέου την κυριότητα της Μονής επί των επίμαχων εκτάσεων, αλλά , μετά την εκδίκαση της αγωγής και πριν την έκδοση απόφασης, προέβη σε συμβιβασμό χωρίς κανένα αντάλλαγμα, αποδεχόμενη εκ μέρους του δημοσίου την προαναφερθείσα αγωγή. Αργότερα, το 2005, προέβη και στις επίμαχες ανταλλαγές δια των οποίων φέρεται να αντήλλαξε τις εν λόγω εκτάσεις με ακίνητα του δημοσίου πολύ μεγαλύτερης αξίας.
    Είναι φανερό ότι οι ευθύνες των ερμοδίων υπουργών ΠΑΣΟΚ και ΝΔ δεν είναι μόνο πολιτικές αλλά και ποινικές, αφού αναγνώρισαν χωρίς κανένα απολύτως νόμιμο λόγο ότι η λίμνη Βιστωνίδα και οι πέριξ αυτής εκτάσεις ανήκουν στην Μονή Βατοπεδίου, διαπράττοντας το έγκλημα της απιστίας. Αλλά για τους υπουργούς επήλθε παραγραφή δυνάμει του διαβόητου άρ.86 παρ.3 του Συντάγματος. Έτσι απέμειναν να κατηγορούνται οι υπόλοιποι και κυρίως ο  Εφραίμ , ηγούμενος της Μονής Βατοπεδίου, ο οποίος κατηγορείται για ηθική αυτουργία σε απιστία και ψευδή βεβαίωση, απάτη και νομιμοποίηση εσόδων από παρπανομες δραστηριότητες και του επιβλήθηκε -εις επίδειξη αυστηρότητας και μάλλον για να ικανοποιηθεί η κοινή γνώμη-  προσωρινή κράτηση με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.
    Σήμερα που οι υπουργοί δεν δικάζονται ως κατηγορύμενοι για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, ποικιλώνυμα συμφέροντα πολιτικών, τηλεοπτικών σταθμών, εφημερίδων, δημοσιογράφων , αλλά και του ρωσικού κράτους το οποίο εμφανίζεται ως προστάτης της  Μονής Βατοπεδίου ήδη από τον 17ο αιώνα, επιχειρούν με κάθε τρόπο να επηρεάσουν τις αποφάσεις τις δικαιοσύνης και να πείσουν την κοινήν  γνώμη ότι δεν υπήρξε καν το σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Απομένει να δοκιμαστεί η αντοχή των δικαστικών λειοτυργών, οι οποίοι μέχρι σήμερα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν έχουν δώσει δείγματα μεγάλης γεναιότητας.
    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου