Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΗΡΙΑΝΝΑ: ΠΟΤΕ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΦΕΣΕΩΣ;

  Επειδή με αφορμή την συζήτηση της αίτησης αναστολής εκτελέσεως της καταδικαστικής απόφασης της κατηγορουμένης για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση πολλοί έσπευσαν να τοποθετηθούν χωρίς καν να γνωρίζουν τι ορίζει ο νόμος, παραθέτω τις σχετικές παρ.7 και 8 του άρ. 497 ΚΠΔ προκειμένου ο καθένας να βγάλει ασφαλέστερα τα συμπεράσματά του: 
  "7.Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε με απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε ποινή στερητική της ελευθερίας και άσκησε έφεση, η οποία όμως δεν έχει ανασταλτική δύναμη, μπορεί να ζητηθεί με αίτηση του ίδιου ή του εισαγγελέα η αναστολή της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η αίτηση απευθύνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αν πρόκειται για το μικτό ορκωτό εφετείο και αυτό δεν συνεδριάζει, στο πενταμελές εφετείο. Στον κατηγορούμενο μπορεί να επιβληθούν περιοριστικοί όροι. Εάν η αίτηση απορριφθεί, νέα αίτηση δεν μπορεί να υποβληθεί πριν παρέλθει ένας μήνας από τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η προηγούμενη. «Εάν στον κατηγορούμενο επιβληθεί ο περιοριστικός όρος του κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, εφαρμόζονται αντίστοιχα και τα οριζόμενα στο άρθρο 283Α , με την εξαίρεση της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου.»
8. Τότε μόνο δεν χορηγείται ανασταλτικό αποτέλεσμα, κατά την παράγραφο 4 του παρόντος, στην έφεση ή απορρίπτεται η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, όταν κρίνεται αιτιολογημένα ότι οι περιοριστικοί όροι δεν αρκούν και ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει γνωστή και μόνιμη διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες καταδίκες του για αξιόποινες πράξεις ή από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση χορηγεί ανασταλτικό αποτέλεσμα ή αναστολή εκτελέσεως, αν αιτιολογημένα κρίνει ότι η άμεση έκτιση ή συνέχιση έκτισης της ποινής θα έχει ως συνέπεια υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη για τον ίδιο ή για την οικογένειά του. Αν παραβιαστούν οι όροι που τέθηκαν το αρμόδιο δικαστήριο αποφαίνεται, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα, για την άρση ή όχι της χορηγηθείσας αναστολής εκτελέσεως."
   Συνεπώς, κριτήρια για την χορήγηση της αναστολής εκτέλεσης της καταδικαστικής απόφασης είναι (α) ότι δεν αρκούν οι περιοριστικοί όροι και (β) ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει γνωστή και μόνιμη διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής και (γ) εάν διαπιστωθούν τα παραπάνω, διαπιστωθεί επιπλέον ότι ο κατηγορούμενος αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες καταδίκες του για αξιόποινες πράξεις ή από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. 
  Ορίζεται ωστόσο, ότι το δικαστήριο υποχρεούται " σε κάθε περίπτωση" να χορηγήσει ανασταλτική δύναμη στην έφεση, αν αιτιολογημένα κρίνει ότι η άμεση έκτιση ή συνέχιση έκτισης της ποινής θα έχει ως συνέπεια υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη για τον ίδιο  τον κατηγορούμενο ή για την οικογένειά του. 
   Με απλά λόγια , κριτήρια χορήγησης της ανασταλτικής δύναμης της εφέσεως σύμφωνα με το άρ. 497 είναι η αναγκαιότητά της , η εξασφάλιση ότι θα βρίσκεται ο κατηγορούμενος στην διάθεση της δικαιοσύνης, η σοβαρή πιθανότητα εάν αφεθεί ελεύθερος να διαπράξει αξιόποινες πράξεις και πάνω απ' όλα εάν προκύπτει υπέρμετρη βλάβη την οποία  θα υποστεί από την άμεση έκτιση της ποινής ή την συνέχισή της .

1 σχόλιο:

  1. Ακριβώς έτσι είναι. Απαιτείται λεπτομερής γνώση των πραγματικών γεγονότων για να σχηματίσει κάποιος άποψη κατά πόσον ισχύουν οι όροι του νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στο πίσω μέρος του μυαλού μας όμως υπάρχει πάντοτε ή (συνήθως αβάσιμη) υποψία ότι, επειδή ο επικεφαλής της δικαιοσύνης ορίζεται
    από την κυβέρνηση, οι αποφάσεις της είναι προκατειλημμένες εξυπηρετώντας πολιτικές σκοπιμότητες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή