Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

   Η δίκη του Χριστού, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται από κανέναν ιστορικό της εποχής, υπήρξε ίσως η πιο καθοριστική δίκη στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και τούτο διότι, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, το αποτέλεσμά της, δηλαδή η θανατική καταδίκη του Ιησού, αποτέλεσε την αφετηρία για την ίδρυση της Χριστιανικής θρησκείας και την εξάπλωση του Χριστιανισμού σε κάθε γωνία του κόσμου.
    Περί της δίκης, όπως προαναφέρθηκε, ουδείς ιστορικός κάνει λόγο καθώς οι εξελίξεις στον χώρο του εβραϊκού έθνους θεωρούντο ασήμαντες. Οι μοναδικές πληροφορίες- σε ορισμένες περιπτώσεις αντικρουόμενες- προέρχονται από τους Ευαγγελιστές Ματθαίο, Μάρκο, Λουκά και Ιωάννη. Εξ αυτών, μαθητές του Ιησού ήταν ο Ματθαίος και ο Ιωάννης. Ο Μάρκος και ο ελληνικής καταγωγής Λουκάς υπήρξαν συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου.
   Τέσσερα εμφανίζονται τα στάδια της διαδικασίας μέχρι την έκδοση της απόφασης περί θανατικής καταδίκης. Το στάδιο της σύλληψης, το στάδιο της ανάκρισης, το στάδιο της διαδικασίας ενώπιον των Εβραϊκού Συνεδρίου και το στάδιο ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου.
   Η σύλληψη (όπως και η θανάτωση) του Χριστού αποφασίστηκε από το εβραϊκό ιερατείο με την γελοία πρόφαση ότι είχε αποκτήσει πολλούς οπαδούς και εξαιτίας του υφίστατο κίνδυνος επανάστασης και καταστροφής του έθνους (Κατά Ιωάννην, ια΄). Εκτελέστηκε δε με την κρίσιμη συνδρομή του Ιούδα, καθώς ο Ιησούς γνώριζε τις διαθέσεις των εχθρών του, ελάμβανε προφυλάξεις και δεν ήταν γνωστή η ακριβής διαμονή του. (Βλ. Κατά Ιωάννην  ια΄ 54: "Ιησούς ουν ουκέτι παρρησία περιπάτει εν τοις Ιουδαίοις αλλά απήλθεν εκείθεν εις την χώραν εγγύς της ερήμου"). Ο Ιούδας, ως μαθητής του Ιησού, γνώριζε πού ευρισκόταν. Μέτεβη ο ίδιος στο ιερατείο και προσφέρθηκε να τον παραδώσει. Η επιχείρηση εκτελέσθηκε νύχτα και συμμετείχε σε αυτήν μεγάλη ομάδα οπλισμένη με μαχαίρια και ρόπαλα ( Βλ. κατά Ματθαίον, κστ, 47: " ιδού Ιούδας εις των δώδεκα ήλθε, και μετ' αυτού όχλος πολύς μετά μαχαιρών και ξύλων ". Παρόμοια εξιστορούν ο Μάρκος και ο Λουκάς, ενώ ο Ιωάννης αναφέρει ότι στην σύλληψη συμμετείχε εκτός του όχλου και στρατιωτική ομάδα διοικούμενη από Χιλίαρχο, ιη΄, 12). Η ομάδα πέριξ του Ιησού επιχείρησε να αντισταθεί , αλλά ο Ιησούς τους απέτρεψε και παραδόθηκε αποτρέποντας την αιματοχυσία και την σύλληψη των μαθητών του ( Κατά Ματθαίον, ό.π. 47 επ., ομοίως Μάρκος και Λουκάς, ο Ιωάννης αναφέρει ότι επιχείρησε να αντισταθεί ο Πέτρος , ιη΄,10). Κατόπιν ο Ιησούς οδηγήθηκε ενώπιον του αρχιερέα Καϊάφα και του λοιπού ιερατείου.
   Ο Ιωάννης ( ιη 12-23) αναφέρει ότι, πριν μεταχθεί στον Καϊάφα, ο Ιησούς οδηγήθηκε ενώπιον του Άννα, πρώην αρχιερέα και πεθερού του Καϊάφα. Ο Άννας τον ανέκρινε ρωτώντας τον ποιοι είναι η μαθητές του και ποια η διδασκαλία του . Ο Ιησούς δεν είπε τίποτε για τους μαθητές του , ενώ, όσον αφορά την διδασκαλία του, απάντησε ότι δεν ήταν κρυφή αλλά δημόσια και κάλεσε τον Άννα να ρωτήσει εκείνους που τον είχαν ακούσει. Η απάντηση εξόργισε κάποιον από τους παριστάμενους τραμπούκους, ο οποίος τον ράπισε. Κατόπιν αυτών ο Άννας θεώρησε περαιωθείσα την ανάκριση και απέστειλε τον Ιησού δεμένο στον αρχιερέα Καϊάφα.
   Η διαδικασία η οποία διεξήχθη ενώπιον του Καϊάφα και του λοιπού εβραϊκού συνεδρίου προσέλαβε τα χαρακτηριστικά εξώφθαλμα σκηνοθετημένης δίκης με άσκηση βίας κατά του κατηγορουμένου και επιστράτευση ψευδομαρτύρων. (Κατά Ματθαίον,  κστ, 57-75, κατά Λουκάν, κβ΄). Τελικώς, διέξοδο και δικαιολογία για την προαποφασιμένη καταδίκη παρείχε η ίδια η απάντηση ("συ είπας") του Ιησού στην ερώτηση του Καϊάφα εάν είναι "ο Χριστός ο υιός του Θεού". Ο Καϊάφας άδραξε την ευκαιρία να σκίσει τα ιμάτιά του και να αναφωνήσει: "Τι μας χρειάζονται οι μάρτυρες; Ιδού η βλασφημία!" Αμέσως το συνέδριο έκρινε ότι ο Ιησούς είναι "ένοχος θανάτου" για το αδίκημα της βλασφημίας. Τον έφτυσαν, τον χτύπησαν στο πρόσωπο και στον αυχένα, τον περιέπαιξαν και κατόπιν τον κράτησαν έγκλειστο την υπόλοιπη νύχτα. Το πρωί συνεδρίασαν εκ νέου πιθανότατα αντιλαμβανόμενοι ότι η καταδίκη για βλασφημία δεν τους παρείχε το δικαίωμα να επιβάλουν θανατική ποινή. Έτσι, αποφάσισαν να μετατρέψουν το κατηγορητήριο σε απόπειρα στάσης ή εσχάτης προδοσίας κατά της Ρώμης και να οδηγήσουν τον Ιησού ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου, Ρωμαίου Επιτρόπου ("procurator"), ο οποίος ήταν αρμόδιος να επιβάλλει θανατική ποινή (Πρβλ. Τρωιάνο, Σταυρωθείς επί Ποντίου Πιλάτου, Ε ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Απρίλιος 2001, σελ.24-25). 
  Το ρωμαϊκό δίκαιο παρείχε στους διοικητές των επαρχιών την εξουσία να ασκούν ποινική δικαιοδοσία και να επιβάλλουν θανατική ποινή σε περιπτώσεις εγκλημάτων κατά της ρωμαϊκής πολιτείας (Τρωϊάνος, ό.π.), αλλά όπως μαρτυρούν οι Ευαγγελιστές και όπως θα ήταν μάλλον προφανές, στην συγκεκριμένη περίπτωση ο Πόντιος Πιλάτος κατανόησε αμέσως ότι δεν στοιχειοθετείτο ούτε κατά διάνοια η διάπραξη τέτοιου εγκλήματος. Αρχικώς, κάλεσε τους Αρχιερείς να παραλάβουν τον Ιησού και να τον κρίνουν σύμφωνα με τους νόμους τους, όπως προφανώς είχαν τέτοιο δικαίωμα. Εκείνοι αρνήθηκαν με την ωμή παραδοχή ότι δεν είχαν αρμοδιότητα επιβολής θανατικης ποινής (Κατά Ιωάννη , ιη΄31-32). Εν συνεχεία, εντυπωσιασμένος από το μίσος εναντίον του, επανήλθε, του ανακοίνωσε ότι το έθνος του τον παρέδωσε σε αυτόν  και τον ρώτησε : "Τι έκαμες;" ("τι εποίησας;", Κατά Ιωάννην, ό.π.35). Ο Ιησούς του αποκρίθηκε ότι ήλθε στον κόσμο για να κηρύξει την αλήθεια, ο Πιλάτος αναρωτήθηκε"τι είναι αλήθεια;"  και ανακοίνωσε στους Ιουδαίους ότι δεν βρίσκει ότι έχει διαπράξει κανένα αδίκημα (Κατά Ιωάννην, ό.π. 38). Επειδή όμως δεν ήθελε να έλθει σε σύγκρουση με τον όχλο,  έθεσε σε εφαρμογή έθιμο σύμφωνα με το οποίο είχε την εξουσία να απελευθερώσει κάποιον κρατούμενο την περίοδο του εβραϊκού Πάσχα και τους κάλεσε να αποφασίσουν οι ίδιοι εάν θέλουν να τον αφήσει ελεύθερο. Οι Ιουδαίοι κραύγασαν ότι ζητούν την απελευθέρωση, όχι του Ιησού αλλά  του Βαραββά. Ο Πιλάτος, σε μία ύστατη προσπάθεια να μην λάβει την απόφαση αλλά να καταπραϋνει το πλήθος, διέταξε την μαστίγωση του Ιησού. Αλλά οι παρευρισκόμενοι δεν αρκούνταν σε τίποτε λιγότερο από τον θάνατο. Επεμεναν ότι ο Ιησούς είναι εχθρός του Καίσαρα, αφού θεωρούσε τον εαυτό του βασιλέα. Ακολουθως ο Πιλάτος, μη επιθυμώντας να έλθει σε αντίθεση με το πλήθος για υπόθεση εσωτερική του έθνους των Ιουδαίων, αποφάσισε την επιβολή της θανατικής ποινής, η οποία εκτελέστηκε δια της σταύρωσης.            
     Ο Ιησούς εμφανίστηκε στην Βηθλεέμ, έδρασε και δίδαξε στην περιοχή της Γαλιλαίας και με το κήρυγμά του απέκτησε πολλούς οπαδούς. Η σύγκρουσή του με το εβραϊκό ιερατείο είχε ως αποτέλεσμα να μεθοδευτεί η θανάτωσή του. Η δίκη του, όχι μόνο δεν είχε κανένα χαρακτηριστικό δίκαιης δίκης, αλλά ομοίαζε περισσότερο με στυγνή επιχείρηση εξόντωσης από εκείνους που διεθεταν την πολιτική δύναμη να το πράξουν. Οι αδικημένοι όλου του κόσμου έχουν το δικαίωμα να επικαλούνται την δική του ανάσταση ως ελπίδα λυτρωμού και δικαίωσης έστω και σε μία άλλη ζωή καλύτερη από αυτήν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου