Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΡΙΖΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΟΜΑΔΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ


      Η ομάδα δικαιοσύνης του κόμματος των δημοκρατικών με αφορμή τον πρόσφατο νόμο που ρυθμίζει ζητήματα ποινικής δικαιοσύνης εξέδωσε ανακοίνωση με τις θέσεις του κόμματος, η οποία έχει ως εξής:

        Ο πρόσφατος νόμος 3904/2010, παρά τον τίτλο « εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης», στο μεγαλύτερο μέρος του δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μία ακόμη πρόχειρη προσπάθεια του ελληνικού κράτους να θεραπεύσει τα σοβαρότατα προβλήματα της μεγάλης βραδύτητας στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και του υπερπληθυσμού των φυλακών, δίχως σοβαρή στατιστική υποστήριξη και με «σπασμωδικές» κινήσεις, οι οποίες μάλιστα έχουν δοκιμαστεί στο παρελθόν και απέτυχαν.
     Ειδικότερα, όσον αφορά την μεγάλη βραδύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης, για την οποία η χώρα έχει φθάσει σε σημείο να καταδικάζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το Υπουργείο Δικαιοσύνης δια της εν λόγω νομοθετικής πρωτοβουλίας του επιχείρησε να επιταχύνει την διαδικασία με αποτυχημένες μεθόδους, ήτοι αφενός με περιορισμό του δικαιώματος άσκησης έφεσης εκ μέρους των διαδίκων, γεγονός που αντίκειται στο Διεθνές Σύμφωνο για τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα και αφετέρου με την θέσπιση διατάξεων η τήρηση των οποίων έχει αποδειχθεί και στο παρελθόν ανέφικτη, όπως λ.χ. οι ρυθμίσεις περί ανώτερης χρονικής διάρκειας ανάκρισης ή προανάκρισης ή η πρόβλεψη ότι το δικαστήριο, σε περίπτωση αναβολής, υποχρεούται να προσδιορίσει δικάσιμο εντός τριών μηνών. Εξάλλου, σε βάρος της ποιότητας της δικαιοσύνης είναι και η διεύρυνση της αρμοδιότητας των μονομελών πλημμελειοδικείων αντί των τριμελών.
      Εξάλλου, με την ίδια περίπου προχειρότητα αντιμετώπισε ο Υπουργός Δικαιοσύνης και η Βουλή και το ζήτημα του υπερπληθυσμού των φυλακών. Προκειμένου να αποτρέψουν πάση θυσία την εισαγωγή δραστών στις φυλακές, έφθασαν σε ουσιαστική κατάργηση της ποινής της φυλάκισης θεσπίζοντας ότι η ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών θα μετατρέπεται σε χρηματική ποινή (η οποία μπορεί να καταβληθεί ακόμη και με… δόσεις), ή θα αναστέλλεται, ενώ για ποινές φυλάκισης άνω των 3 ετών προβλέπεται αναστολή της ποινής και θέση του δράστη υπό την επιτήρηση  επιμελητή κοινωνικής αρωγής. Ακόμη και εκείνους οι οποίοι βρίσκονταν στην φυλακή εκτίοντας ποινές φυλάκισης ο νέος νόμος σπεύδει να τους αποφυλακίσει με υποχρεωτική μετατροπή της ποινής τους σε χρηματική ποινή και υπό την προϋπόθεση να καταβάλουν στα άδεια ταμεία του κράτους του 1/5 αυτής!
     Μοναδικές δειλές εξαιρέσεις του νέου νόμου προς την σωστή κατεύθυνση αποτελούν η εισαγωγή του θεσμού της ποινικής συνδιαλλαγής μεταξύ δράστη και θύματος και η πρόβλεψη εξάλειψης του αξιοποίνου για εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας εφόσον ο δράστης αποζημιώσει πλήρως τον παθόντα ή τους κληρονόμους του. Αλλά οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν αρκούν προφανώς για να λύσουν τα τεράστια προβλήματα του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, το οποίο έχει πλέον απορυθμιστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε απαιτείται ριζική και σφαιρική μεταρρύθμιση.
       Κατά την άποψη των Δημοκρατικών, η αναγκαία ριζική μεταρρύθμιση στο χώρο της ποινικής δικαιοσύνης πρέπει να περιλαμβάνει τα εξής σημεία:

α. Επαναφορά του ποινικού δικαίου στον αληθινό του ρόλο σύμφωνα με τον οποίο αποτελεί το έσχατο μέσο της πολιτείας: Πράγματι, η σωρεία ποινικών υποθέσεων και ως εκ τούτου η βραδύτητα στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης οφείλεται εν πολλοίς, αφενός στην ποινικοποίηση αστικών υποθέσεων εκ μέρους των πολιτών και , αφετέρου στο γεγονός ότι το ελληνικό κράτος θέσπισε πλήθος ειδικών ποινικών νόμων προκειμένου να καλύψει την αδυναμία του στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων και ελέγχου με αποτέλεσμα σε κάθε νόμο που αφορά την διοίκηση να υπάρχει και αντίστοιχη ποινικοποίηση. Ακολούθως, μία ριζική μεταρρύθμιση στον χώρο της ποινικής δικαιοσύνης πρέπει  (α) να συνοδεύεται από αντίστοιχη μεταρρύθμιση του  δικονομικού συστήματος  επίλυσης  των αστικών διαφορών, ώστε οι πολίτες να μην χρειάζεται να καταφεύγουν στα ποινικά δικαστήρια για να λύσουν αστικές διαφορές και (β) να στραφεί σε αποποινικοποιήσεις ούτως ώστε πράξεις οι οποίες δεν ενέχουν ιδιαίτερη απαξία και δεν θεωρούνται εγκλήματα στην γλώσσα της κοινωνίας, να διώκονται μόνο ως διοικητικές παραβάσεις και να μην απασχολούν τα ποινικά δικαστήρια. Με αυτόν τον τρόπο θα παραμείνουν στο ποινικό δίκαιο μόνο οι σοβαρές εκείνες πράξεις οι οποίες πράγματι θεωρούνται εγκλήματα σύμφωνα με τις αντιλήψεις της κοινωνίας και όχι κάθε ασήμαντη παραβατική συμπεριφορά.
β.  Επανακαθορισμός των απειλούμενων ποινών: Το σημερινό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης είναι υποκριτικό και αντιφατικό διότι, ενώ απειλεί και επιβάλει κυρίως ποινές φυλάκισης, στην συνέχεια μετατρέπει αυτές σε χρηματικές ποινές δημιουργώντας σύγχυση στην κοινωνία ως προς τις απειλούμενες ποινικές κυρώσεις. Η σύγχυση όμως δεν συμβάλει καθόλου προς την κατεύθυνση της πρόληψης η οποία αποτελεί βασικό σκοπό της ποινής.  Ακολούθως, η μεταρρύθμιση θα πρέπει να τείνει στην άρση των συγχύσεων και στην  δημιουργία ξεκάθαρης εικόνας περί των απειλούμενων ποινικών κυρώσεων. Κανόνας προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να αποτελεί η απειλή αποτρεπτικών για τον δράστη χρηματικών ποινών. Οι στερητικές της ελευθερίας ποινές θα πρέπει να αποτελούν την εξαίρεση. Ωστόσο, εάν επιβάλλονται θα πρέπει να εκτελούνται χωρίς να μετατρέπονται σε χρηματικές ποινές όπως συμβαίνει σήμερα.

 γ. Αναγνώριση του κεντρικού ρόλου που αρμόζει στον παθόντα όσον αφορά την κίνηση της ποινικής διαδικασίας: Άλλη μία υποκρισία του ελληνικού συστήματος ποινικής δικαιοσύνης αποτελεί ότι αρνείται να αναγνωρίσει τον κεντρικό ρόλο που διαδραματίζει ο παθών στην ποινική δίωξη και τιμωρία του δράστη. Έτσι, από την μία του στερεί θεμελιώδη δικονομικά δικαιώματα προκειμένου να επιτύχει την δίωξη και τιμωρία του δράστη (λ.χ. δικαιώματα έφεσης ή αναίρεσης) και από την άλλη αρνείται υποκριτικά το δικαίωμα του θύματος, εάν έχει αποζημιωθεί από τον κατηγορούμενο, να ανακαλέσει την έγκληση και να παύσει η ποινική διαδικασία. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα οδηγούμαστε σε δίκες- παρωδία όπου όλοι προσπαθούν να απαλλάξουν τον κατηγορούμενο, αλλά η διαδικασία δεν παύει παρά την ανάκληση της έγκλησης. Θα πρέπει επιτέλους να αναγνωριστεί σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις εγκλημάτων που στρέφονται κατά συγκεκριμένου θύματος , το δικαίωμα του παθόντος να ανακαλέσει την έγκληση και να επιφέρει την παύση της ποινικής δίωξης.
         
δ. Ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και του κύρους της ποινικής δικαιοσύνης με την θέσπιση εξειδικευμένης δικαστικής αστυνομίας, η οποία θα συνεπικουρεί τον εισαγγελέα στην προανάκριση και την διαρκή επιμόρφωση των δικαστών όσον αφορά την εξέλιξη των σύγχρονων μορφών εγκληματικότητας.

ε. Επέκταση της αρμοδιότητας των μικτών ορκωτών δικαστηρίων σε περισσότερα εγκλήματα με παράλληλη θέσπιση  στοιχειώδους αμοιβής των ενόρκων, ώστε να έχουν το απαραίτητο κίνητρο να διαδραματίσουν τον ρόλο τους. Ο θεσμός των ενόρκων είναι δημοκρατικός θεσμός και έλκει την καταγωγή του από την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία όπου υπήρχαν μόνο λαϊκοί δικαστές. Οι ένορκοι, εφόσον επιλέγονται με αδιάβλητο σύστημα κλήρωσης, συμβάλουν  στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και στην καταπολέμηση της δημιουργίας παραδικαστικών κυκλωμάτων, ενώ επιπλέον αποτελούν την «φωνή της κοινωνίας», η οποία είναι απολύτως χρήσιμη ειδικά στην απόδοση της ποινικής δικαιοσύνης.
                                                                                   
  Στ. Καθιέρωση της αρχής « όποιος καθυστερεί το σύστημα απονομής δικαιοσύνης υποχρεούται σε αποζημίωση.»  Σύμφωνα με την αρχή αυτή όποιος ζητεί αναβολή δίκης θα πρέπει να αποζημιώσει τους διαδίκους και το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης για την καθυστέρηση. Η αρχή αυτή θα πρέπει να ισχύει και για το ίδιο το δημόσιο εάν ευθύνεται το ίδιο για την αναβολή και την ταλαιπωρία των διαδίκων.                    

                                                                                                                     Ο
                                                                                                 Συντονιστής της ομάδας δικαιοσύνης
                                                                                                        Χρήστος Λυντέρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου