Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΚΑΝ Ή ΟΧΙ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΙ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ;

   Ως γνωστόν, το ελληνικό Σύνταγμα εξαρτά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και την άσκηση ποινικής δίωξης κατά προσώπων που διατελούν ή διετέλεσαν μέλη κυβέρνησης για εγκλήματα που τέλεσαν "κατά την άσκηση των καθηκόντων τους" από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας της Βουλής (άρ.86 Σ).
   Εξάλλου, όπως προβλέπει το άρ.37 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της δεδηλωμένης, χωρίς την εμπιστοσύνη της βουλής δεν είναι δυνατός και ο σχηματισμός κυβέρνησης. Σε μία τέτοια περίπτωση όπου δεν είναι δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής, ο Πρόεδρος της δημοκρατίας είναι υποχρεωμένος να διαλύσει αμέσως την βουλή και να  αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης με μοναδικό σκοπό την διενέργεια νέων εκλογών σε έναν εκ των Προέδρων των τριών Ανωτάτων δικαστηρίων (άρ. 37 παρ.2 και 3).
   Κατ' αυτόν τον τρόπο καθιερώθηκε συνταγματικά ένα αλλοπρόσαλλο σύστημα βάσει του οποίου οι πολίτες ψηφίζουν για βουλή και εκλέγουν κυβέρνηση ενώ, εάν δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης απολαυούσης της εμπιστοσύνης της βουλής, η βουλή διαλύεται υποχρεωτικά χωρίς να είναι σε θέση να ασκήσει ούτε την αρμοδιότητα έρευνας και δίωξης των μελών προηγούμενων κυβερνήσεων για ποινικά αδικήματα τελεσθέντα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
  Μέσα σε αυτό το φαύλο σύστημα, με την συνταγματική αναθεώρηση του 2001, στην οποία πρωταγωνίστησε ως συνταγματολόγος ο νυν πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελος Βενιζέλος, προστέθηκε διάταξη που καθιερώνει συντομότατη παραγραφή των εν λόγω αδικημάτων ή, ακριβέστερα, συντομότατη αποσβεστική προθεσμία πέραν της οποίας η βουλή δεν δύναται να ασκήσει ποινική δίωξη. Συγκεκριμένα ορίσθηκε ότι "η βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος."(Άρ. 86 παρ.3 εδ.5.) Βεβαίως έστω και αυτόν τον τρόπο που κατοχυρώνει σκανδαλωδώς προνομιακή μεταχείριση των μελών κυβερνήσεων σε σχέση με τους λοιπούς πολίτες των οποίων τα αδικήματα μπορεί να παραγράφονται μετά από 20 έτη, παρέμεινε σε ισχύ η βούληση του νομοθέτη να είναι δυνατή η άσκηση ποινικής δίωξης κατά πρωθυπουργών και υπουργών όχι μόνο από την βουλή της οποίας απολάμβαναν την εμπιστοσύνη, αλλά και από την επόμενη. 
  Ως βουλευτική περίοδος νοείται η διάρκεια του βίου μίας βουλής μεταξύ δύο βουλευτικών εκλογών (άρ. 53 παρ.1 εδ.β΄Σ). Η βουλευτική περίοδος σύμφωνα με τον κανόνα του άρ.53 Σ διαρκεί τέσσερα έτη. Ωστόσο, κατ' εξαίρεση (η οποία στην χώρα μας έχει υποκαταστήσει τον κανόνα), είναι δυνατή η πρόωρη λήξη της βουλευτικής περιόδου για συγκεκριμένους λόγους , μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης (άρ. 37 παρ.3 Σ). 
   Τα χρονικά διαστήματα εντός της βουλευτικής  περιόδου κατά τα οποία η βουλή συνέρχεται για να ασκήσει τα καθήκοντά της καλούνται βουλευτικές σύνοδοι.Υπάρχουν τρία είδη βουλευτικών συνόδων: Οι τακτικές, οι έκτακτες και οι ειδικές σύνοδοι. 
   Τακτική και η έκτακτη σύνοδος είναι οι προβλεπόμενες στο άρ. 64 Σ: Η τακτική άρχεται την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου και διαρκεί τουλάχιστον 5 μήνες , ενώ η έκτακτη συγκαλείται νωρίτερα από την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου με απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ποινική δίωξη κατά μελών κυβερνήσεων μπορεί να ασκηθεί τόσο σε τακτική όσο και κατά την διάρκεια έκτακτης συνόδου.
  Από την άλλη, ειδικές σύνοδοι είναι οι σύνοδοι κατά τις οποίες η βουλή συνέρχεται υποχρεωτικά εφόσον δεν βρίσκεται σε τακτική ή έκτακτη σύνοδο προκειμένου να ασχοληθεί αποκλειστικά και μόνο με το ειδικό θέμα για το οποίο συγκλήθηκε και όχι με οποιοδήποτε άλλο συμπεριλαμβανομένου και του θέματος άσκησης ποινικής δίωξης κατ' αρ. 86 Σ. Περίπτωση ειδικής συνόδου αποτελεί και η συγκρότηση της σε σώμα για την εκλογή Προεδρείου (άρ. 65 παρ.2). Συνεπώς, εφόσον μετά την διενέργεια βουλευτικών εκλογών  δεν είναι δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της βουλής, η εν λόγω βουλή θα συγκροτηθεί σε σώμα σε ειδική σύνοδο και στην συνέχεια θα διαλυθεί χωρίς να συγκληθεί τακτική σύνοδος. Η δε προαναφερθείσα ειδική σύνοδος, όπως προαναφέρθηκε μπορεί να ασχοληθεί μόνο με την εκλογή Προεδρείου και με κανένα άλλο θέμα, συμπεριλαμβανομένης και της απόφασης για άσκηση ποινικής δίωξης κατά μελών κυβέρνησης. Κατά αυτόν τον τρόπο καθίσταται νομικά αδύνατο σε μία τέτοια βουλή να ασκήσει την αρμοδιότητα του άρ.86 του Συντάγματος δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να συγκληθεί ούτε τακτική, ούτε έκτακτη σύνοδος, παρά μόνο ειδική σύνοδος για συγκρότηση σε σώμα. 
  Από όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι, σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, ποινική δίωξη για τα αδικήματα που μπορεί να τέλεσαν μέλη των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου μπορεί να ασκηθεί "μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος."(Άρ. 86 παρ.3 εδ.5.). Ως βουλετική περίοδος που άρχισε μετά την τέλεση του αδικήματος εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως εκείνη των εκλογών της 6ης Μαίου 2012. Ωστόσο, η συγκεκριμένη Βουλή της 6ης Μαϊου, επειδή δεν κατέστη δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης, κατέστη Βουλή μιας ημέρας και ειδικού σκοπου διότι συνήλθε μόνο σε ειδική σύνοδο με αποκλειστική αρμοδιότητα την συγκρότηση σε σώμα και αμέσως διαλύθηκε κατ΄ άρ. 37 παρ.3 Σ, χωρίς να υπάρχει η νομική δυνατότητα σύγκλησης τακτικής ή έστω έκτακτης συνόδου. Συνεπώς, στην συγκεκριμένη περίπτωση η Βουλή της 6ης Μαϊου 2012 είναι πράγματι η Βουλή της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την πιθανή τέλεση αδικημάτων των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου , ωστόσο δεν είναι η βουλή που μπορούσε να καταστεί νομικά δυνατή άσκηση ποινικής δίωξης κατά των ανωτέρω προσώπων διότι δεν ήταν δυνατή η σύγκληση τακτικής ή έστω εκτάκτης συνόδου.
   Ακολούθως, εάν φθάναμε στο σημείο να δεχθούμε ότι η αποσβεστική προθεσμία της Βουλής  να ασκήσει δίωξη για τα εγκλήματα των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου παρήλθε με την διάλυση της βουλής της 6ης Μαϊου, η οποία , όπως προαναφέρθηκε δεν είχε καν το δικαίωμα να ασκήσει τέτοια ποινική δίωξη, θα αναιρούσαμε ακόμη και τον μόνο ελάχιστο πυρήνα εγγυήσεων χρηστής απονομής δικαιοσύνης τον οποίο δέχθηκαν όλοι οι συνταγματικοί νομοθέτες μέχρι σήμερα, ήτοι ότι τα αδικήματα των μελών κυβέρνησης δεν μπορεί να κρίνονται μόνο από την βουλή της οποίας η κυβέρνηση απολάμβανε την εμπιστοσύνη, αλλά τουλάχιστον και από την επόμενη. 
    Με βάση τα ανωτέρω η διάταξη του άρ. 86 παρ.3 εδ.5 του Συντάγματος θα πρέπει να ερμηνευτεί σύμφωνα με την αληθή βούληση του συντακτικού νομοθέτη έτσι ώστε, όταν δεν είναι νομικά δυνατό σε μία Βουλή να συγκληθεί τακτική ή έστω έκτακτη σύνοδος και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να συνέλθει για να αποφασίσει την άσκηση ή μη ποινικής διώξης, η προβλεπόμενη αποσβεστική προθεσμία άσκησης ποινικής δίωξης κατά μελών κυβερνήσεων να παρατείνεται για την επόμενη βουλευτική περίοδο όπου θα είναι δυνατή η σύγκληση τακτικής ή έστω έκτακτης συνόδου (πρβλ με ελαφρώς διαφοροποιημένη θέση Ράικο, Συνταγματικό Δίκαιο, 2011, ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ σελ. 152.)
    Στην συγκεκριμένη περίπτωση εφόσον η παρούσα Βουλή είναι η επομένη της 6ης Μαϊου και έχει πλέον συγκληθεί εντός αυτής η πρώτη τακτική σύνοδος, η εν λόγω βουλή είναι αρμόδια να ασκήσει ποινική δίωξη και  δεν έχει παρέλθει ακόμη η αποσβεστική προθεσμία που ορίζει το άρ. 86 Σ.            

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου