Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ Η ΠΑΤΑΞΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ ΜΕ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ;


    Το ποινικό δίκαιο είναι το δίκαιο των εγκλημάτων και των ποινών. Διακρίνεται δε, αφενός σε  ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, το οποίο καθορίζει ποια είναι τα εγκλήματα και τι ποινές επιβάλλονται γι’ αυτά  και, αφετέρου, σε δικονομικό ποινικό δίκαιο , το οποίο προβλέπει την διαδικασία σύμφωνα με την οποία κρίνεται εάν διαπράχθηκε έγκλημα, εάν συγκεκριμένο πρόσωπο είναι ένοχος διάπραξης εγκλήματος και ποια ποινή πρέπει να του επιβληθεί.
   Προκειμένου να αποδώσει πραγματική δικαιοσύνη, το δικονομικό ποινικό δίκαιο μίας δημοκρατικής πολιτείας οφείλει να διαμορφώσει τέτοια διαδικασία ώστε οι μεν ένοχοι να τιμωρούνται, οι δε αθώοι να μην πέφτουν θύματα αδίκων διώξεων και καταχρήσεων. Καίριο ζήτημα στο σημείο αυτό αποτελεί η διαδικασία της απόδειξης και ιδίως το  ζήτημα των αποδεικτικών μέσων τα οποία δύνανται να χρησιμοποιηθούν για την διακρίβωση της τελέσεως εγκλήματος και την  απόδειξη της ενοχής ή της αθωότητας κατηγορουμένου.
    Μέχρι το 1996 το ελληνικό δικονομικό ποινικό δίκαιο όριζε ότι στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδους αποδεικτικό μέσο, προβλέποντας ωστόσο ειδικές εξαιρέσεις, είτε βασιζόμενες στο σύνταγμα και στο άρ. 171 παρ.1δ ΚΠΔ που προέβλεπε απόλυτη ακυρότητα σε περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (λ.χ. απαγόρευση λήψης υπόψη ομολογίας του κατηγορουμένου με βασανιστήρια, ή αξιοποίησης άλλων αποδεικτικών μέσων κατά παράβαση άλλων άρθρων του Συντάγματος), είτε βασιζόμενες σε ρητές ειδικές διατάξεις (όπως λ.χ. η απαγόρευση επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας της εξέτασης ως μαρτύρων προσώπων που δεσμεύονται από επαγγελματικό απόρρητο (ιερείς, συνήγοροι, ιατροί, δημόσιοι υπάλληλοι κλπ).  Γενική απαγόρευση λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων προβλέφθηκε για πρώτη φορά με τον νόμο 2408 /1996, ο οποίος τροποποίησε το άρ. 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) ορίζοντας ότι « αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής , την επιβολή ποινής ή την λήψη μέτρων καταναγκασμού εκτός εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου.» Με αυτόν τον τρόπο η δικονομική απαγόρευση συνδέθηκε με το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο ούτως ώστε, εάν αποδεικτικό μέσο είχε ληφθεί με αξιόποινη πράξη , έστω και ήσσονος σημασίας (λ.χ. με παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας) δεν μπορούσε ένα ληφθεί υπόψη στην ποινική δίκη παρά μόνο σε περιπτώσεις κακουργημάτων που απειλούνταν με ποινή ισόβιας κάθειρξης.
  Με την συνταγματική αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο κείμενο του Συντάγματος το άρ. 9Α σύμφωνα με το οποίο « καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από την συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει" (περί προσωπικών δεδομένων είχε ήδη θεσπιστεί ο ν. 2472/1997), ενώ για πρώτη φορά προβλέφθηκε  ρητά στο άρ. 19 παρ.3  απαγόρευση χρήσεως «των αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α", δηλαδή κατά παραβίαση του απορρήτου της επικοινωνίας, του ασύλου της κατοικίας και της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και των διατάξεων περί προσωπικών δεδομένων. Ακολούθως, με την συνταγματική αναθεώρηση του 2001 απαγορεύτηκε η ενώπιον κάθε δικαστηρίου και κάθε δημόσιας αρχής  χρήση κάθε αποδεικτικού μέσου που αποκτήθηκε κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων. Σημειωτέον ότι οι διατάξεις του Συντάγματος έχουν υπέρτερη τυπική δύναμη και υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης απλού νόμου.
     Η υπερβολή της σύνδεσης των δικονομικών απαγορεύσεων χρήσεως αποδεικτικών μέσων με το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο μεγεθύνθηκε ακόμη περισσότερο το έτος 2008 όταν με τον ν. 3674/2008 το άρ. 177 παρ.2 ΚΠΔ τροποποιήθηκε στην σημερινή του μορφή σύμφωνα με την οποία « αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία", αποκλείοντας με αυτό τον τρόπο την λήψη υπόψη κάθε αποδεικτικού μέσου που αποκτήθηκε έστω και εμμέσως με αξιόποινη πράξη ακόμη και για κακουργήματα που απειλούνταν με ποινή ισόβιας κάθειρξης. Έτσι, λ.χ. τα αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη εκτεταμένης διαφθοράς και καταλήστευσης του δημοσίου χρήματος τα οποία αποκτά δημοσιογράφος δωροδοκώντας κάποιον υπάλληλο δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε ποινική δίκη, διότι θα αποτελούσαν προϊόντα αξιόποινης πράξης (δωροδοκίας υπαλλήλου).
   Μετά την χρεοκοπία της χώρας  για την οποία καθοριστικός παράγων υπήρξε η καταλήστευση και κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος, και με δεδομένο το διάχυτο και επιτακτικό  αίτημα για κάθαρση του δημοσίου βίου από την διαφθορά, το πολιτικό σύστημα, για να δείξει ότι κάτι κάνει προς αυτή την κατεύθυνση, θέσπισε θέσεις εισαγγελέως οικονομικού εγκλήματος και εισαγγελέως εγκλημάτων διαφθοράς υπό την εποπτεία αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ο οποίος ορίζεται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που ως γνωστόν βάσει του Συντάγματος διορίζεται από την Κυβέρνηση), στους οποίους ανέθεσε  την διακρίβωση τελέσεως, αφενός των κάθε είδους φορολογικών και οικονομικών εγκλημάτων σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και, αφετέρου, των κακουργημάτων βουλευτών (όχι μελών κυβέρνησης) και ανωτέρων κρατικών αξιωματούχων και άλλων κακουργημάτων ιδιαίτερα μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος ή μείζονος δημοσίου συμφέροντος. Σύμφωνα μάλιστα με τις σχετικές διατάξεις των άρ. 17Α παρ.8 ν.2523/1997 (όπως αυτό τέθηκε με τον ν. 3943/2011 και τροποποιήθηκε με τον ν.4305/2014 ) και του άρ. 2 παρ. 5 ν. 4022/2011, (όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4205/2013), ο Εισαγγελέας Οικονομικού εγκλήματος, ο Ανακριτής και ο Εισαγγελέας Εγκλημάτων Διαφθοράς  απέκτησαν δικαίωμα πρόσβασης σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου και σε κάθε μορφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
    Αλλά υπήρχαν και οι διάφορες λίστες (Λαγκάρντ, Λουξεμβούργου κλπ), οι οποίες περιλαμβάνουν μεγάλους φοροφυγάδες και άλλους καταχραστές του δημοσίου. Αυτές παραδόθηκαν στο ελληνικό δημόσιο, αλλά φαίνεται ότι είχαν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις. Για την αξιοποίηση αυτών των λιστών η βουλή θέσπισε πρόσφατα το άρ. 65 ν. 4356/2015 σύμφωνα με το οποίο:  «1. Στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον το αποδεικτικό μέσο αφορά πληροφορίες ή στοιχεία, στα οποία οι ανωτέρω εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α παρ. 8 εδάφιο α' του ν. 2523/1997 και του άρθρου 2 παρ. 5 εδάφιο α' του ν. 4022/2011.   2. Η χρήση του παραπάνω αποδεικτικού μέσου κατά την παραπομπή και τη δίκη γίνεται δεκτή εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι: α) η βλάβη που προκαλείται με την κτήση του είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος, τη σπουδαιότητα και την έκταση από τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη, β) η απόδειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη και γ) η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία.»
     Μετά την θέσπιση του ανωτέρω άρθρου , εάν το αποδεικτικό μέσο αφορά πληροφορίες ή στοιχεία αρμοδιότητας εισαγγελέως οικονομικού εγκλήματος ή εισαγγελέως διαφθοράς που είναι χρήσιμα για την άσκηση του έργου τους, χωρίς να ενδιαφέρει εάν υπόκεινται στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου και σε κάθε μορφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή εάν ελήφθησαν με αξιόποινη πράξη , θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην ποινική διαδικασία.  
    Με μία εξαίρεση: Η αξιόποινη πράξη με την οποία αποκτήθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία να μην θεωρείται ταυτόχρονα και παραβίαση των άρ.9 , 9Α ή 19 του Συντάγματος, διότι, όπως προαναφέραμε οι διατάξεις του Συντάγματος έχουν υπέρτερη τυπική δύναμη και υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης απλού νόμου.
    Μία τρύπα στο νερό;



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου